Μενού

Η προστασία του Θεού με έσωσε από τον κίνδυνο όταν με απήγαγε ένας κακοποιός

«Μην κουνηθείς και μη φωνάξεις! Κάνε ό,τι λέω, αλλιώς αυτό το μαχαίρι θα δώσει τέλος στη ζωή και τη δική σου και του παιδιού σου!» είπε ο μοχθηρός κακοποιός, απειλώντας με ένα κοφτερό μαχαίρι μια απροστάτευτη έγκυο γυναίκα.

Αυτό ήταν κάτι που συνέβη στην Λι Άι περισσότερα από δέκα χρόνια πριν, και εκείνη εξακολουθούσε ακόμη και τώρα να νιώθει έναν επίμονο φόβο όταν το σκεφτόταν. Ωστόσο, όταν αυτό το επεισόδιο τελείωσε, αυτό που ένιωσε περισσότερο από όλα ήταν ευγνωμοσύνη προς τον Θεό, γιατί φοβάται να σκεφτεί τι θα μπορούσε να έχει συμβεί εκείνη τη στιγμή του κινδύνου αν δεν υπήρχε η καθοδήγηση και η προστασία του Θεού.

Ήταν Οκτώβριος του 2006, και η Λι Άι και ο σύζυγός της είχαν αγοράσει ένα σπίτι στα προάστια. Επειδή το σπίτι ήταν μακριά από το μέρος όπου εργαζόταν ο σύζυγός της, αποφάσισαν να το νοικιάσουν. Δεν πέρασε πολύς καιρός και ενοικιάστηκε από έναν μεσήλικα που είχε πει πως έχει ένα εργοστάσιο και πως θα μετακομίσει εκεί η οικογένειά του. Η Λι Άι μίλησε μαζί του δυο φορές και, όταν συμφωνήθηκαν η τιμή και άλλα θέματα, το μόνο που χρειάζονταν ήταν να υπογραφεί το συμβόλαιο.

Ένα απομεσήμερο, η Λι Άι και αυτός ο άνδρας συμφώνησαν να συναντηθούν στο σπίτι της για να υπογράψουν το συμβόλαιο, όμως, ακριβώς τη στιγμή που ήταν να υπογράψουν, συνέβη κάτι που η Λι Άι δεν θα μπορούσε ποτέ να έχει προβλέψει. Ο άνδρας οδήγησε τη Λι Άι σε μια μικρή κρεβατοκάμαρα και, προτού εκείνη μπορέσει να κάνει κάτι για να το εμποδίσει, εκείνος έβγαλε ξαφνικά ένα κοφτερό μαχαίρι και, στρέφοντάς το προς την εφτά μηνών έγκυο κοιλιά της, φώναξε: «Μην κουνηθείς και μη φωνάξεις! Κάνε ό,τι λέω, αλλιώς αυτό το μαχαίρι θα δώσει τέλος στη ζωή και τη δική σου και του παιδιού σου! Αυτό κάνω και ήμουν και πρωτύτερα στη φυλακή». Η Λι Άι έμεινε άναυδη από αυτήν την απρόσμενη τροπή των πραγμάτων και ένιωσε σαν να ονειρευόταν. Δεν θα σκεφτόταν ποτέ πως εκείνη τη μέρα θα πρωταγωνιστούσε στη δική της ταινία ή σήριαλ, και απλώς δεν μπορούσε να πιστέψει πως ο άνδρας με τον οποίο είχε ανταλλάξει μόλις φιλοφρονήσεις θα μπορούσε να γίνει ένας αδίστακτος δολοφόνος εν ριπή οφθαλμού. Η Λι Άι ακαριαία ένιωσε απίστευτο πανικό και φόβο να υψώνονται μέσα της και η καρδιά της χτυπούσε σαν τρελή. Σκέφτηκε: «Είμαι τελειωμένη. Θα πεθάνω. Πραγματικά θα μου κάνει κακό; Τι θα κάνω αν κάτι συμβεί στο παιδί μου;» Καθώς σκεφτόταν αυτά, για να προστατεύσει το παιδί μέσα στη μήτρα της, μάζεψε το κουράγιό της και είπε στον άνδρα: «Δεν πρέπει να το κάνεις αυτό. Αν η μητέρα σου γνώριζε πως κάνεις κάτι τέτοιο, θα θύμωνε πάρα πολύ. Κάποια μέρα θα γίνεις κι εσύ γονιός, οπότε δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να κάνεις κάτι τόσο αδίστακτο και άκαρδο…» Χωρίς καν να περιμένει να τελειώσει την κουβέντα της η Λι Άι, ο άνδρας γέλασε ψυχρά. «Α! Μη λες βλακείες. Αυτός είμαι, πάει και τελείωσε!» Μόλις το είπε αυτό, έσπρωξε τη Λι Άι σε μια γωνιά του δωματίου και την έβαλε να σταθεί στον τοίχο. Έπειτα, της κούνησε το δάχτυλο και φώναξε: «Άσε κάτω το τηλέφωνό σου και μετά σήκωσε τα χέρια σου. Στάσου εκεί και μην κουνηθείς!» Η Λι Άι ήταν πολύ φοβισμένη και δεν είχε ιδέα τι μπορούσε να της κάνει ο κακοποιός στη συνέχεια. Οπότε, για να μην τον εξαγριώσει, δεν είχε άλλη επιλογή παρά να κάνει ό,τι της είπε. Τη στιγμή που η Λι Άι άφηνε κάτω το τηλέφωνό της, ένιωσε ακόμη πιο αγχωμένη, καθώς το τηλέφωνό της ήταν το μόνο πράγμα που μπορούσε να χρησιμοποιήσει για να επικοινωνήσει με τον έξω κόσμο. Τώρα ο κακοποιός τής το είχε πάρει, οπότε πώς θα μπορούσε να καλέσει τώρα για βοήθεια;

Στη συνέχεια, χωρίς να αφήσει στη Λι Άι καθόλου χρόνο για σκέψη, ο κακοποιός γάβγισε προς το μέρος της: «Δώσε μου την τραπεζική σου κάρτα σαν καλό κορίτσι!» Ο κακοποιός όλο αυτό το διάστημα κρατούσε το μαχαίρι του στραμμένο προς τη Λι Άι και την κοίταζε απειλητικά. Η Λι Άι ήξερε πως, ανάμεσα στο χρήμα και στη ζωή, η ζωή η δική της και η ζωή του αγέννητου παιδιού της ήταν το πιο σημαντικό από όλα, και έτσι πήρε την τραπεζική της κάρτα και την έδωσε στον κακοποιό. Είχε σκεφτεί πως αν του έδινε τα χρήματά της, τότε όλο αυτό θα τελείωνε. Προς έκπληξή της, μόλις του έδωσε την τραπεζική της κάρτα, εκείνος έστριψε τα χέρια της στην πλάτη της και έβγαλε ένα σχοινί από μια από τις τσέπες του. Έδεσε σφιχτά και τα χέρια της και τα πόδια της, και η Λι Άι δεν μπορούσε να κινηθεί ούτε ένα εκατοστό. Στη συνέχεια, ο κακοποιός έβγαλε από μια τσέπη ένα μικρό, γυαλιστερό μαχαίρι που το κούνησε μπρος-πίσω μπροστά στο πρόσωπό της, λέγοντας με επιθετικό τόνο: «Πες μου τον αριθμό pin της τραπεζικής σου κάρτας. Αν προσπαθήσεις να με ξεγελάσεις, τότε θα επιστρέψω, κι εσύ και το παιδί σου είστε τελειωμένοι! Μια μαχαιριά μ’ αυτό το μαχαίρι και εσύ και το παιδί σου είστ νεκροί! Σκέψου το καλά!» Η Λι Άι είδε τον κακοποιό να στρέφει το μαχαίρι του προς την κοιλιά της και η καρδιά της αμέσως άρχισε να χτυπά σαν τρελή. Σκέφτηκε: «Τι μπορώ να κάνω; Τι μπορώ να κάνω; Αν αποφασίσει να με μαχαιρώσει, τότε κι εγώ και το μωρό μου θα πεθάνουμε. Ποιος θα έρθει να μας σώσει;» Μέσα στην απόγνωσή της, η Λι Άι σκέφτηκε πώς η μαμά της και η μεγαλύτερη αδελφή της πάντα την παρότρυναν ξανά και ξανά να μην ξεχνά ποτέ να προσεύχεται στον Θεό σε οποιαδήποτε δύσκολη θέση κι αν βρισκόταν. Της έλεγαν πως ο Θεός είναι ο Δημιουργός και πως οι άνθρωποι είναι τα δημιουργήματά Του· έλεγαν πως ο Θεός μάς έδωσε ανάσα για να ζούμε και πως, κάθε τι που συμβαίνει και κάθε πρόσωπο που συναντούμε κάθε μέρα, όλα βρίσκονται κάτω από την κυριαρχία του Θεού, και πως ο Θεός έχει τον τελικό λόγο στα πάντα. «Ναι», σκέφτηκε. «Πιστεύω στον Θεό και ο Θεός είναι το μόνο μας στήριγμα στους επικίνδυνους καιρούς. Πρέπει να στηριχθώ στον Θεό!» Καθώς σκεφτόταν αυτά, η Λι Άι επικαλέστηκε βιαστικά τον Θεό: «Ω, Θεέ μου! Φοβάμαι τόσο πολύ αυτήν τη στιγμή και ανησυχώ τόσο πολύ για την ασφάλεια και τη δική μου και του αγέννητου παιδιού μου. Ω, Θεέ μου! Εσύ ενορχηστρώνεις τα πάντα κι εγώ επιθυμώ να εναποθέσω τα πάντα στα χέρια Σου. Μακάρι να με καθοδηγήσεις να βγω από αυτό το αδιέξοδο». Αφού προσευχήθηκε, ήρθαν στο μυαλό της τα εξής λόγια του Θεού: «Μη φοβάσαι. Με την υποστήριξή Μου, ποιος θα μπορούσε ποτέ να κλείσει αυτόν τον δρόμο; Να το θυμάσαι αυτό! Μην το ξεχνάς!» («Κεφάλαιο 10» του «Ομιλίες του Χριστού στην αρχή»). Τα λόγια του Θεού εμπεριείχαν εξουσία και δύναμη και έδωσαν στη Λι Άι και πίστη και δύναμη. Σκέφτηκε: «Ναι, μόνο ο Θεός είναι το σταθερό έδαφος κάτω από τα πόδια μου και μόνο ο Θεός είναι το καταφύγιό μου. Όταν ο Θεός είναι το στήριγμά μου, κανείς δεν μπορεί να μου κάνει τίποτε. Η ζωή μου και η ζωή του παιδιού μου είναι στα χέρια του Θεού, όπως είναι και αυτός ο κακοποιός. Αυτός ο κακοποιός δεν θα μπορεί να πειράζει ούτε μια τρίχα από το κεφάλι μου αν δεν το επιτρέψει ο Θεός. Πρέπει να έχω πίστη στον Θεό, να στηρίζομαι στον Θεό και να βιώσω τις πράξεις Του!» Τα λόγια του Θεού παρηγόρησαν την καρδιά της Λι Άι, δεν ανησυχούσε ούτε φοβόταν πια, και η νευρική καρδιά της σιγά σιγά ηρέμησε. Τότε η Λι Άι άρχισε να σκέφτεται ψύχραιμα τις επόμενες πράξεις της. Σκέφτηκε τα εξής λόγια της Βίβλου: «Έχοντες δε διατροφάς και σκεπάσματα, ας αρκώμεθα εις ταύτα» (1Τιμ. 6:8). «Τα χρήματα θα είναι πάντα απλώς κάτι έξω από εμάς», σκέφτηκε. «Δεν τα φέρνουμε εμείς στον κόσμο και δεν μπορούμε να τα πάρουμε μαζί μας όταν πεθαίνουμε. Το πιο σημαντικό πράγμα τώρα είναι να είμαστε ασφαλείς εγώ και το παιδί μου, και δεν πρέπει να αφήσω το μωρό μου να νιώσει τον τρόμο μου». Σκεφτόμενη αυτά, η Λι Άι είπε στον κακοποιό τον αριθμό του pin της χωρίς τον παραμικρό δισταγμό. Αφού πήρε την τραπεζική κάρτα της και τον αριθμό του pin της, εκείνος είπε με έναν προσποιητό τρόπο: «Και τι ώρα θα είναι σπίτι ο σύζυγός σου; Ίσως πρέπει να του κάνουμε ένα τηλεφώνημα και να τον κάνουμε να φύγει σήμερα λίγο νωρίτερα από τη δουλειά». Ακριβώς τότε, η Λι Άι δεν τολμούσε να απομακρυνθεί από τον Θεό ούτε για ένα δευτερόλεπτο και συνεχώς επικαλούνταν τον Θεό, ζητώντας Του να την καθοδηγήσει να δει μέσα από τα απατηλά σχέδια του Σατανά και να της επιτρέψει να καταλάβει τι έπρεπε να κάνει σ’ αυτήν την κατάσταση. Έπειτα, σκέφτηκε ότι εκείνη και ο σύζυγός της είχαν μόλις αγοράσει ένα σπίτι και πως όλες τους οι οικονομίες είχαν εξανεμιστεί. Η τραπεζική κάρτα που είχε μόλις δώσει στον κακοποιό ήταν για έναν λογαριασμό που είχε μέσα μόνο γύρω στα οκτακόσια γουάν, και ήξερε πως αυτά δεν θα ήταν αρκετά για να ικανοποιήσουν τις άπληστες επιθυμίες του. Αν εκείνος πραγματικά τηλεφωνούσε στον σύζυγό της και χρησιμοποιούσε εκείνη και το αγέννητο παιδί τους ως ομήρους και απειλούσε τον σύζυγό της και του ζητούσε να φέρει χρήματα ως αντάλλαγμα για τις ζωές τους, τότε αυτό θα ήταν ακόμη χειρότερο. Καθώς σκέφτηκε αυτά, η Λι Άι αγχώθηκε. Το μόνο που μπορούσε να κάνει ήταν να προσεύχεται στον Θεό και να Του ζητάει να τους προστατεύσει, και δεν έδινε πια καθόλου προσοχή σε όσα έλεγε ο κακοποιός. Τότε ο κακοποιός εξαγριώθηκε και έβαλε ένα ύφασμα στο στόμα της και το σταθεροποίησε με κολλητική ταινία. Έπειτα, έκλεισε όλα τα παράθυρα και έκλεισε και κλείδωσε την πόρτα της κρεβατοκάμαρας πριν φύγει.

Η Λι Άι στεκόταν σ’ αυτό το μικρό, πνιγηρό δωμάτιο, και η μοναξιά και ο τρόμος πλημμύρισαν ακαριαία το μυαλό της. Σκέφτηκε πως το πρώτο της παιδί πέθαινε από ασφυξία μέσα της εξαιτίας της έλλειψης οξυγόνου. Το στόμα της ήταν σφραγισμένο και η μύτη της ήταν φραγμένη, και όλες οι πόρτες και τα παράθυρα ήταν καλά κλεισμένα. Το να μείνει σε ένα τέτοιο δωμάτιο χωρίς ροή αέρα για πολλή ώρα, όχι μόνο το παιδί της δεν θα μπορούσε να το αντέξει αλλά και η ίδια θα πέθαινε από ασφυξία. Μέσα στον πόνο και την ανημπόρια της, η Λι Άι επικαλέστηκε τον Θεό: «Ω, Θεέ μου! Ανησυχώ τόσο πολύ πως το παιδί μου δεν θα παίρνει αρκετό οξυγόνο, και φοβάμαι πως ο κακοποιός θα βγάλει τα χρήματα αυτού του λογαριασμού και δεν θα του αρέσει καθόλου το πόσο λίγα είναι, και στη συνέχεια θα επιστρέψει για να μας απειλήσει. Ω, Θεέ μου! Η ζωή μου και η ζωή του αγέννητου παιδιού μου είναι στα χέρια Σου. Εμπιστεύομαι τις ζωές μας σε Εσένα και Σου ζητάω να μας προσέχεις και να μας προστατέψεις!» Αφού προσευχήθηκε, η Λι Άι σκέφτηκε τα λόγια του Θεού που λένε: «Ο Παντοδύναμος Θεός, η Κεφαλή των πάντων, ασκεί τη βασιλική Του εξουσία από τον θρόνο Του. Κυβερνά όλο το σύμπαν και τα πάντα, και μας καθοδηγεί σε ολόκληρη τη γη. […] Η αναστημένη ζωή του Χριστού βρίσκεται μέσα μας. Αναμφισβήτητα, στερούμαστε πίστης υπό την παρουσία του Θεού: Μακάρι ο Θεός να ενστάλαζε πραγματική πίστη μέσα μας. Ο λόγος του Θεού είναι πράγματι γλυκός! Ο λόγος του Θεού είναι δραστικό φάρμακο! Ντροπιάζει τους διαβόλους και τον Σατανά! Η κατανόηση του λόγου του Θεού μάς προσφέρει στήριγμα. Ο λόγος Του ενεργεί γρήγορα για να σώσει την καρδιά μας! Διαλύει τα πάντα και γαληνεύει τα πάντα» («Κεφάλαιο 6» του «Ομιλίες του Χριστού στην αρχή»). Τα λόγια του Θεού έδωσαν ακόμη μια φορά στη Λι Άι πίστη και δύναμη· κατάλαβε πως ο Θεός διαχειρίζεται τα πάντα και πως ολόκληρο το σύμπαν και όλα τα πράγματα ενορχηστρώνονται από τα χέρια Του. Κατάλαβε επίσης πως, όσο πιστεύουμε στον Θεό και στηριζόμαστε σε Εκείνον και προσβλέπουμε σε Εκείνον με ειλικρινή καρδιά, τότε ο Θεός θα μας οδηγήσει να υπερνικήσουμε κάθε εμπόδιο. Η Λι Άι βρισκόταν τώρα σ’ αυτήν την κατάσταση και πίστευε πως όλα ήταν στα χέρια του Θεού. Όποιον κι αν ήταν το αποτέλεσμα, σκέφτηκε, ακόμη και αν και αυτή και το παιδί της πέθαιναν, δεν θα κατηγορούσε ποτέ τον Θεό. Ακριβώς εκείνη τη στιγμή, η Λι Άι προσευχήθηκε σιωπηλά στον Θεό και εμπιστεύτηκε τις δυσκολίες της στα χέρια του Θεού. Όταν προσευχήθηκε, το μυαλό της που ήταν γεμάτο με φόβο και τρόμο σταδιακά άρχισε να ηρεμεί. Ξαφνικά, της ήρθε η ιδέα πως μπορούσε να χρησιμοποιήσει τη λαβή της πόρτας για να βγάλει την ταινία που κάλυπτε το στόμα της, ώστε να μπορεί ξανά να αναπνέει φυσιολογικά. Και έτσι, σιγά σιγά μετακινήθηκε προς την πόρτα του δωματίου και κατάφερε να βγάλει την ταινία από το στόμα της. Έπειτα μετακινήθηκε αργά προς το παράθυρο και χρησιμοποίησε το κεφάλι της για να σπρώξει προς τα πάνω τη λαβή του παραθύρου. Στη συνέχεια, επιστρατεύοντας όλη της τη δύναμη, έσπρωξε το παράθυρο για να ανοίξει και το πρόβλημα της έλλειψης αέρα για να αναπνεύσει επιτέλους λύθηκε. Εκείνη τη στιγμή η Λι Άι ένιωσε πολύ συγκινημένη, καθώς ήξερε ότι όλα οφείλονταν στη σύνεση και τη δύναμη που της είχε δώσει ο Θεός. Αν ήταν μόνο στο δικό της χέρι, θα περίμενε απλώς παθητικά μέσα σε μια κατάσταση φόβου και τρόμου, και ποιος ξέρει τι θα είχε συμβεί τότε! Μέσα της, συνέχισε να ευχαριστεί τον Θεό που την καθοδήγησε και την οδήγησε.

Η Λι Άι κάθισε στο περβάζι του παραθύρου και ατένιζε έξω, τον καθαρό γαλάζιο ουρανό, αναλογιζόμενη μέσα της την αγάπη του Θεού. Ο χρόνος κυλούσε, δευτερόλεπτο με δευτερόλεπτο, λεπτό με λεπτό, και ο ουρανός άρχισε να σκοτεινιάζει. Τα φώτα του νοσοκομείου στον δρόμο απέναντι άναψαν στις έξι το απόγευμα ακριβώς, και εκείνη σκέφτηκε: «Ο σύζυγός μου θα επιστρέψει περίπου σε δυο ώρες. Το μόνο που πρέπει να κάνω μέχρι τότε είναι απλώς να περιμένω ήσυχα».

Πριν περάσει πολλή ώρα, ο κουνιάδος της Λι Άι όρμησε στο σπίτι της και, βλέποντας τα σχοινιά που ήταν δεμένα στην πόρτα του δωματίου όπου βρισκόταν η Λι Άι και την πόρτα του μπάνιου, αμέσως κάλεσε την αστυνομία. Είκοσι λεπτά αργότερα η αστυνομία έσπευσε βιαστικά και άνοιξε την πόρτα του δωματίου. Ο κουνιάδος της τής είπε: «Σου τηλεφωνούσα ξανά και ξανά αλλά δεν μπορούσα να συνδεθώ, οπότε τηλεφώνησα στον σύζυγο σου. Εκείνος είπε πως έπρεπε να δουλέψει υπερωρίες απόψε και δεν επέστρεφε στο σπίτι πριν τις δέκα το βράδυ. Δεν ήξερα τι συνέβαινε και ένιωσα πραγματικά ανήσυχος μέσα μου. Ανησυχούσα συνεχώς πως ίσως κάτι σου έχει συμβεί, οπότε ήρθα από εδώ για να δω». Όταν η Λι Άι άκουσε τι είπε ο κουνιάδος της, κατέληξε να έχει ακόμη μεγαλύτερη εκτίμηση της παντοδυναμίας και της κυριαρχίας του Θεού. Ο Θεός είχε βάλει σε κίνηση τις σκέψεις και τα συναισθήματα του κουνιάδου της για να τον κάνει να σπεύσει προς εκείνη. Ειδάλλως, αν έπρεπε να περιμένει μέχρι να επιστρέψει ο σύζυγός της, ίσως η υγεία της να χειροτέρευε. Ακριβώς εκείνη τη στιγμή, η Λι Άι πλημμύρισε με ευγνωμοσύνη προς τον Θεό και σκέφτηκε ότι το γεγονός πως μια έγκυος γυναίκα εφτά μηνών μπόρεσε να ανταπεξέλθει με ηρεμία σε μια τέτοια ατυχία οφειλόταν πλήρως στο ότι ο Θεός την πρόσεχε και την προστάτευε. Ακριβώς όπως λένε τα λόγια του Θεού: «Η καρδιά και το πνεύμα του ανθρώπου κρατιούνται από το χέρι του Θεού και όλη η ζωή του ανθρώπου γίνεται αντιληπτή στα μάτια του Θεού. Ανεξάρτητα από το αν το πιστεύεις ή όχι αυτό, ο καθένας και όλα τα πράγματα, ζωντανά ή νεκρά, θα αλλάξουν, θα μετατραπούν, θα ανανεωθούν και θα εξαφανιστούν σύμφωνα με τις σκέψεις του Θεού. Αυτός είναι ο τρόπος με τον οποίο ο Θεός κυβερνάει τα πάντα» (Ο Θεός είναι η πηγή της ζωής του ανθρώπου). Όλα τα πράγματα, ζωντανά ή όχι, είναι στα χέρια του Θεού, και μόνο ο Θεός ελέγχει και κυβερνά τα πάντα σε αυτόν τον κόσμο. Ακόμη και οι σκέψεις και τα συναισθήματα του ανθρώπου ενεργοποιούνται και μεταβάλλονται με τις σκέψεις του Θεού, και ο τρόπος που ο Θεός ενορχηστρώνει και διεκπεραιώνει τις πράξεις Του ενσωματώνει την εξουσία και τη δύναμή Του. Στη διάρκεια της εμπειρίας της, η Λι Άι κατέληξε να έχει μια πρακτική εκτίμηση για την εξουσία και τη δύναμη του Θεού. Όταν βρισκόταν σε κίνδυνο, ήταν ο Θεός που είχε χρησιμοποιήσει τα λόγια Του για να τη διαφωτίσει και να τη φωτίσει, να της δώσει πίστη και το θάρρος να αντιμετωπίσει ήρεμα τον κίνδυνο. Επίσης, ήταν ο Θεός που της έδωσε ευφυΐα και σύνεση και ενορχήστρωσε και διευθέτησε όλους τους ανθρώπους, τα γεγονότα και τα πράγματα για να μπορέσει, κι αυτή και το παιδί της, να ξεπεράσουν με ασφάλεια αυτήν την αντιξοότητα. Η Λι Άι πραγματικά έγινε μάρτυρας της παντοδυναμίας και της κυριαρχίας του Θεού, και αντιλήφθηκε την καθοδήγηση και την προστασία του Θεού προς εκείνη. Προσέφερε τις ειλικρινείς ευχαριστίες της προς τον Θεό που της έδειξε αγάπη και σωτηρία!

Όταν επέστρεψε από τα προάστια, η Λι Άι ήταν πλημμυρισμένη από κάθε είδους συναισθήματα. Για λίγες ώρες, ήταν στο κατώφλι του θανάτου, και αν δεν ήταν η προστασία του Θεού, δεν είχε ιδέα τι θα είχε συμβεί σε εκείνη και το παιδί της. Εκείνο το απόγευμα, όταν ο σύζυγος της Λι Άι επέστρεψε από τη δουλειά και άκουσε όλα όσα είχαν συμβεί και είδε πως και εκείνη και το παιδί τους ήταν καλά, κράτησε σφιχτά τη Λι Άι και είπε συγκινημένος: «Ευχαριστώ τον Θεό που σας πρόσεχε και σας προστάτευσε. Είστε καλά, και αυτό είναι το μόνο που έχει σημασία!» Αργότερα, η Λι Άι και ο σύζυγός της είδαν μια υπόθεση απαγωγής στις ειδήσεις. Ένας κακοποιός είχε πάρει όμηρο ένα μικρό κορίτσι και απέσπασε ένα εκατομμύριο γουάν από τους γονείς της. Στη συνέχεια, ο κακοποιός είχε δέσει τα χέρια και τα πόδια του παιδιού και την έκλεισε σε ένα ετοιμόρροπο παλιό σπίτι σε μια απομακρυσμένη περιοχή. Το παιδί είχε πανικοβληθεί, ήταν τρομοκρατημένο και έτρεμε, ζητώντας συνεχώς τη μαμά και τον μπαμπά της… Βλέποντας αυτό στις ειδήσεις, η Λι Άι σκέφτηκε αυτό που της είχε συμβεί νωρίς το απόγευμα και ένιωσε ακόμη περισσότερο ευγνώμων προς τον Θεό. Αν δεν πίστευε στον Θεό και δεν είχε τα λόγια του Θεού να την καθοδηγήσουν και να την οδηγήσουν, τότε θα ήταν απλώς τόσο τρομοκρατημένη όπως εκείνο το παιδί όταν η ζωή της απειλούνταν, και θα παρέμενε σε μια κατάσταση πανικού και ανημπόριας, χωρίς να γνωρίζει τι να κάνει για να καλυτερέψει την κατάστασή της. Όταν παρακολούθησαν τις ειδήσεις, τα λόγια του συζύγου της ήταν γεμάτα συναίσθημα όταν είπε: «Αυτός ο Θεός που πιστεύεις πραγματικά σε προστάτευσε σήμερα! Τον τελευταίο καιρό, ήσουν πάντα στο σπίτι, κρατώντας το ωραίο και τακτοποιημένο, και δεν σε είδα να παρευρίσκεσαι σε καμιά από τις συναθροίσεις της εκκλησίας σου. Αύριο πήγαινε να βρεις τους αδελφούς και τις αδελφές σου. Πρέπει να πιστεύεις ειλικρινώς στον Θεό!» Τα λόγια του συζύγου της λειτούργησαν σαν υπενθύμιση για την Λι Άι, και σκέφτηκε το παρελθόν, από τη στιγμή που είχαν αγοράσει το σπίτι στα προάστια. Ήταν συνεχώς απασχολημένη με όλα τα θέματα του σπιτιού τους, και τα μικρά και τα μεγάλα, και δεν εκτελούσε τις πνευματικές λειτουργίες της ούτε παρευρισκόταν στις συναθροίσεις πολύ τακτικά, και η σχέση της με τον Θεό είχε γίνει απόμακρη. Κι όμως, όταν τη βρήκε ο κίνδυνος, επικαλέστηκε τον Θεό και προσέβλεψε προς Εκείνον και Εκείνος εξακολουθούσε να είναι μαζί της, χρησιμοποιώντας τα λόγια Του για να την καθοδηγήσει, να την οδηγήσει, να την παρηγορήσει, να της δώσει πίστη, να την κάνει να αφήσει πίσω τον φόβο και τον τρόμο της, να αντιμετωπίσω εκείνον τον κακοποιό με λογική σκέψη και ήρεμα, και ο Θεός είχε προστατεύσει και εκείνη και το παιδί της και τους έκανε να το ξεπεράσουν αλώβητοι. Η Λι Άι ένιωσε πόσο μεγάλη ήταν η αγάπη και το έλεος του Θεού προς εκείνη! Ακριβώς τότε, μεταμέλεια και αποδοκιμασία για τον εαυτό της πλημμύρισαν την καρδιά της, και έκλαψε καθώς σκεφτόταν πόσο υποχρεωμένη ήταν στον Θεό. Έπειτα πήρε μια απόφαση, πως από εκείνη τη μέρα και στο εξής θα πίστευε ειλικρινώς στον Θεό, θα επιδίωκε την αλήθεια και θα ήταν αντάξια της σωτηρίας που ο Θεός είχε προετοιμάσει για αυτήν.

Από τότε και στο εξής, η Λι Άι παρευρισκόταν τακτικά στις συναθροίσεις και εκτελούσε ενεργά το καθήκον της. Προσευχόταν στον Θεό και πήρε την απόφαση να εμπιστευθεί το υπόλοιπο της δικής της ζωής και της ζωής του παιδιού της στα χέρια του Θεού, και ζήτησε από τον Θεό να κυβερνά και να διαχειρίζεται τα πάντα στις ζωές τους. Επιθυμούσε μόνο να υποτάσσεται στις διευθετήσεις του Θεού και να εκπληρώνει καλά το καθήκον της υπό την καθοδήγηση του Θεού, έτσι ώστε να ανταποδώσει την αγάπη Του. Ο σύζυγος της Λι Άι, επειδή είχε γίνει μάρτυρας της παντοδυναμίας και της κυριαρχίας του Θεού, επίσης αποδέχθηκε το ευαγγέλιο της βασιλείας του Θεού, και εκείνη ήταν ειλικρινά ευγνώμων προς τον Θεό για την αγάπη Του και τη σωτηρία Του.

«Μαμά, είναι ώρα για το δείπνο!» Η φωνή του παιδιού της την έφερε από τις αναπολήσεις πίσω στο παρόν. Κοιτάζοντας το αξιολάτρευτο παιδί της, δεν μπορούσε παρά να σκεφτεί πώς περισσότερα από δέκα χρόνια είχαν κυλήσει εν ριπή οφθαλμού. Ο Θεός τούς είχε προστατέψει όλα αυτά τα χρόνια και είχε κάνει την οικογένειά τους να ζει ευτυχισμένα και χαρούμενα κάτω από τις ευλογίες Του. Η Λι Άι ένιωθε από τα βάθη της καρδιάς της πως μόνο με τον Θεό μπορούσαν οι μέρες τους να είναι γαλήνιες και ευτυχισμένες!

Ας απευθύνουμε ευχαριστίες για τη σωτηρία του Θεού!

Από τη Λι Άι, Ιταλία

Εκτεταμένη ανάγνωση:
Το θαύμα της πίστης: Πώς ένα 6χρονο κορίτσι επιζεί ως δια θαύματος αφού καταπίνει τυχαία καυστική σόδα (2)
Προσευχη στο θεο για βοηθεια — Μαρτυρία ενός θαύματος εν μέσω απόγνωσης

Αφήστε σχόλια