Μενού

Επόμενο

Καθημερινά λόγια του Θεού: Γνωρίζοντας τον Θεό | Απόσπασμα 69

72 09/11/2023

Μέσα στο πλαίσιο του έργου που ολοκλήρωσε ο Κύριος Ιησούς κατά την Εποχή της Χάριτος, μπορείς να δεις ακόμα μια πτυχή αυτού που έχει και είναι ο Θεός. Εκφράστηκε μέσω της σάρκας Του και κατέστη δυνατό να το δουν και να το εκτιμήσουν οι άνθρωποι μέσω της ανθρώπινης φύσης Του. Στον Υιό του ανθρώπου, οι άνθρωποι είδαν τον τρόπο με τον οποίο ο Θεός στη σάρκα βίωσε την ανθρώπινη φύση Του, όπως και είδαν τη θεϊκή φύση του Θεού να εκφράζεται μέσω της σάρκας. Οι δύο αυτοί τύποι έκφρασης, επέτρεψαν στους ανθρώπους να δουν έναν ιδιαίτερα αληθινό Θεό, όπως και τους επέτρεψαν να σχηματίσουν μια διαφορετική ιδέα για τον Θεό. Ωστόσο, στο διάστημα που μεσολάβησε από τη δημιουργία του κόσμου έως το τέλος της Εποχής του Νόμου, δηλαδή πριν την Εποχή της Χάριτος, αυτό που έβλεπαν, άκουγαν και βίωναν οι άνθρωποι, ήταν μονάχα η θεϊκή πτυχή του Θεού. Ήταν αυτά που έκανε και έλεγε ο Θεός σε ένα άυλο βασίλειο και τα πράγματα που εξέφραζε από το αληθινό Του άτομο, τα οποία δεν μπορούσαν να δουν ή ν’ αγγίξουν. Συχνά, τα πράγματα αυτά έκαναν τους ανθρώπους να αισθάνονται πως ο Θεός ήταν τόσο μεγάλος και πως δεν μπορούσαν να έρθουν κοντά σ’ Αυτόν. Η εντύπωση που έδινε συνήθως ο Θεός στους ανθρώπους ήταν πως τρεμόπαιζε, ενώ οι άνθρωποι αισθάνονταν, επιπλέον, πως όλες οι σκέψεις και οι ιδέες Του ήταν τόσο μυστηριώδεις και τόσο ασύλληπτες, που δεν υπήρχε τρόπος να τις φτάσουν, πόσο μάλλον να επιχειρήσουν να τις κατανοήσουν και να την εκτιμήσουν. Για τους ανθρώπους, τα πάντα στον Θεό ήταν πολύ μακρινά —τόσο μακρινά που οι άνθρωποι δεν μπορούσαν να τα δουν, δεν μπορούσαν να τ’ αγγίξουν. Φαινόταν πως Αυτός βρισκόταν ψηλά στον ουρανό, όπως και φαινόταν πως δεν υπήρχε καθόλου. Επομένως, για τους ανθρώπους, η κατανόηση της καρδιάς και του νου του Θεού ή οποιουδήποτε σκεπτικού Του, ήταν ανεπίτευκτη ή ακόμα και ανέφικτη. Παρόλο που ο Θεός εκτέλεσε κάποιο απτό έργο κατά την Εποχή του Νόμου και διατύπωσε κάποιον συγκεκριμένο λόγο και εξέφρασε κάποιες συγκεκριμένες διαθέσεις για να επιτρέψει στους ανθρώπους να εκτιμήσουν και να δουν κάποια αληθινή γνώση γι’ Αυτόν, στο τέλος, αυτή ήταν η έκφραση του Θεού γι’ αυτό που Αυτός έχει και είναι σε ένα άυλο βασίλειο, ενώ αυτό που κατάλαβαν οι άνθρωποι και αυτό που γνώρισαν, προερχόταν ακόμη από τη θεϊκή πτυχή αυτού που Αυτός έχει και είναι. Η ανθρωπότητα δεν μπορούσε να αποκτήσει σαφή ιδέα από αυτήν την έκφραση αυτού που Αυτός έχει και είναι, και η εντύπωσή τους για τον Θεό παρέμενε κολλημένη στο πλαίσιο του «ένα Πνεύμα στο οποίο είναι δύσκολο να έρθεις κοντά, το οποίο τρεμοπαίζει». Επειδή ο Θεός δε χρησιμοποίησε κάποιο συγκεκριμένο αντικείμενο ή κάποια εικόνα στο υλικό βασίλειο για να εμφανιστεί στους ανθρώπους, αυτοί ακόμη δεν μπορούσαν να Τον προσδιορίσουν χρησιμοποιώντας τη γλώσσα των ανθρώπων. Στην καρδιά και στο μυαλό τους, οι άνθρωποι πάντοτε ήθελαν να χρησιμοποιούν τη δική τους γλώσσα για να καθιερώσουν ένα πρότυπο για τον Θεό, να Τον κάνουν υλικό και να Τον εξανθρωπίσουν, όπως πόσο ψηλός είναι, πόσο μεγάλος είναι, πώς μοιάζει, τι Του αρέσει ιδιαίτερα και ποια είναι ακριβώς η προσωπικότητά Του. Στην πραγματικότητα, ο Θεός γνώριζε στην καρδιά Του πως οι άνθρωποι σκέφτονταν κατ’ αυτόν τον τρόπο. Ήταν ξεκάθαρος με τις ανάγκες των ανθρώπων και, φυσικά, γνώριζε τι έπρεπε να κάνει Αυτός, έτσι εκτέλεσε το έργο Του με διαφορετικό τρόπο στην Εποχή της Χάριτος. Ο τρόπος αυτός ήταν και θεϊκός και εξανθρωπισμένος. Κατά το διάστημα που εργαζόταν ο Κύριος Ιησούς, οι άνθρωποι μπορούσαν να δουν πως ο Θεός είχε πολλές ανθρώπινες εκφράσεις. Για παράδειγμα, μπορούσε να χορέψει, να παραστεί σε γάμους, να κοινωνεί με τους ανθρώπους, να μιλά μαζί τους και να συζητά πράγματα μαζί τους. Πέρα από αυτό, ο Κύριος Ιησούς ολοκλήρωσε και πολύ έργο που αντιπροσώπευε τη θεϊκή Του φύση και, φυσικά, όλο αυτό το έργο ήταν μια έκφραση και μια αποκάλυψη της διάθεσης του Θεού. Κατά το διάστημα αυτό, όταν η θεϊκή φύση του Θεού υλοποιήθηκε σε μια κοινή σάρκα την οποία οι άνθρωποι μπορούσαν να δουν και να αγγίξουν, δεν ένιωθαν πια πως Αυτός τρεμόπαιζε και πως δεν μπορούσαν να έρθουν κοντά Του. Αντιθέτως, μπορούσαν να προσπαθήσουν να κατανοήσουν το θέλημα του Θεού ή να καταλάβουν τη θεϊκή Του φύση μέσα από την κάθε κίνηση, τον λόγο και το έργο του Υιού του ανθρώπου. Ο ενσαρκωμένος Υιός του ανθρώπου εξέφρασε τη θεϊκή φύση του Θεού μέσω της ανθρώπινης φύσης Του και μετέφερε το θέλημα του Θεού στην ανθρωπότητα. Επιπλέον, μέσα από την έκφραση του θελήματος και της διάθεσης του Θεού, αποκάλυψε επίσης στους ανθρώπους τον Θεό που δεν μπορούν να δουν ή να αγγίξουν στο πνευματικό βασίλειο. Αυτό που είδαν οι άνθρωποι ήταν ο Θεός ο ίδιος, υλικός, με σάρκα και οστά. Επομένως, ο ενσαρκωμένος Υιός του ανθρώπου έκανε απτά και εξανθρωπισμένα κάποια πράγματα, όπως την ίδια την ταυτότητα του Θεού, το κύρος, την εικόνα, τη διάθεσή Του και αυτό που Αυτός έχει και είναι. Παρόλο που η εξωτερική εμφάνιση του Υιού του ανθρώπου είχε μερικούς περιορισμούς όσον αφορά την εικόνα του Θεού, η ουσία Του και αυτό που Αυτός έχει και είναι, ήταν πλήρως ικανά να εκπροσωπούν την ίδια την ταυτότητα και το κύρος του Θεού· απλώς υπήρχαν μερικές διαφορές στη μορφή της έκφρασης. Είτε είναι η ανθρώπινη είτε η θεϊκή φύση του Υιού του ανθρώπου, δεν μπορούμε να αρνηθούμε πως Αυτός εκπροσωπούσε την ίδια την ταυτότητα και το κύρος του Θεού. Κατά το διάστημα αυτό, ωστόσο, ο Θεός εργαζόταν μέσω της σάρκας, μιλούσε από την οπτική της σάρκας και στεκόταν ενώπιον της ανθρωπότητας με την ταυτότητα και το κύρος του Υιού του ανθρώπου. Αυτό έδωσε στους ανθρώπους την ευκαιρία να συναντήσουν και να βιώσουν τον πραγματικό λόγο και το έργο του Θεού ανάμεσα στην ανθρωπότητα. Επιπλέον, επέτρεψε στους ανθρώπους να αποκτήσουν μια εικόνα της θεϊκής Του φύσης και του μεγαλείου Του εν μέσω ταπεινότητας, όπως και να αποκτήσουν μια πρώτη κατανόηση και έναν πρώτο ορισμό της αυθεντικότητας και της πραγματικότητας του Θεού. Αν και το έργο που ολοκληρώθηκε από τον Κύριο Ιησού, οι μέθοδοι εργασίας Του και η οπτική από την οποία Αυτός μιλούσε, διέφεραν από το αληθινό άτομο του Θεού στο πνευματικό βασίλειο, τα πάντα γύρω από Αυτόν αντιπροσώπευαν πραγματικά τον ίδιο τον Θεό που οι άνθρωποι δεν είχαν ξαναδεί —αυτό είναι αδιαμφισβήτητο! Αυτό σημαίνει πως, ανεξάρτητα από τη μορφή με την οποία εμφανίζεται ο Θεός, ανεξάρτητα από την οπτική από την οποία μιλά ή από την εικόνα με την οποία αντικρίζει την ανθρωπότητα, ο Θεός δεν αντιπροσωπεύει τίποτε άλλο παρά τον εαυτό Του. Δεν μπορεί να αντιπροσωπεύει κανέναν άνθρωπο· δεν μπορεί να αντιπροσωπεύει κανέναν διεφθαρμένο άνθρωπο. Ο Θεός είναι ο Θεός ο ίδιος, κι αυτό είναι αδιαμφισβήτητο.

«Ο Λόγος», τόμ. 2: «Σχετικά με το να γνωρίζει κανείς τον Θεό», Το έργο του Θεού, η διάθεση του Θεού και ο ίδιος ο Θεός Γ΄

Αφήστε σχόλια