Μενού

Συζυγικές σχέσεις - Έχω μια καλή ζωή, είμαι πολύ ευτυχισμένη με τον γάμο μου

Η Λίου Μενγκ αγόρασε κάποια είδη καθημερινής ανάγκης στο σούπερ μάρκετ και, καθώς γύριζε με τα πόδια στο σπίτι, πέρασε από ένα υπαίθριο εστιατόριο, ένα μέρος στο οποίο έρχονταν συχνά. Καθώς παρακολουθούσε τον πολυάσχολο σερβιτόρο να κυκλοφορεί ανάμεσα στα τραπέζια, δεν μπορούσε να μην σκεφτεί τι συνέβη πριν από μερικά χρόνια…

Οι φωτισμένοι με νέον δρόμοι της πόλης, το υπαίθριο τραπέζι στη γωνία, τα πιάτα και τα ποτήρια κρασί στο τραπέζι, και οι νέοι συγκεντρωμένοι γύρω του να κουβεντιάζουν και να πίνουν μπύρα. Μία από αυτούς, η συνάδελφός της Ξουέρ, της είπε με φροντίδα: «Λίου Μενγκ, είμαστε φίλες εδώ και πολλά χρόνια. Εάν έχεις προβλήματα, απλά μίλα μας και θα προσπαθήσουμε να σε βοηθήσουμε όσο μπορούμε».

Η φροντίδα των συναδέλφων της έκανε τη Λίου Μενγκ να αισθανθεί ακόμη πιο θλιμμένη και η κατηγορία ανέβηκε από μόνη της στην καρδιά της: κοίτα τους συζύγους της Ξουέρ και της Ξιαοτζίν, έχουν αξιοπρεπή δουλειά και καλό εισόδημα και οι φίλες κι οι συμμαθήτριές της φαίνονταν κι αυτές να έχουν όλες συζύγους ικανούς και επιτήδειους, όλοι φαίνονταν ζευγάρια με τέλεια εικόνα όπου κι αν πήγαιναν. Όμως, ο σύζυγος της Λίου Μενγκ δεν είχε τίποτα. Άφησε τη δουλειά του και δεν ήθελε να πάει στην πόλη να βρει καινούρια. Επέμενε να παραμένει στην ύπαιθρο για να εργάζεται σε κάποιο είδος υδατοκαλλιέργειας και ποτέ δεν έβγαζε χρήματα, όσο σκληρά κι αν δούλευε. Η αδράνεια του συζύγου της έκανε τη Λίου Μενγκ να αισθάνεται αμήχανη μπροστά σε συγγενείς και συναδέλφους, σαν να ήταν ένα σκαλί χαμηλότερα από αυτούς στην κλίμακα της ζωής. Ουφ! Ήταν εξοργιστικό να έχεις τέτοιο σύζυγο. Ήξερε ότι εκείνη δεν ήταν κακή περίπτωση, ανεχόταν όμως έναν τόσο άχρηστο σύζυγο…

Η καταθλιπτική σκέψη έκανε τη Λίου Μενγκ να τελειώσει την μπύρα της με μια γουλιά, μετά από την οποία είπε μπερδεύοντας ελαφρώς τα λόγια της από το ποτό: «Σας ζηλεύω πραγματικά όλες, οι σύζυγοί σας είναι όλοι ικανοί άνδρες, όχι όμως κι ο δικός μου. Δεν μπορώ να βασίζομαι πάνω του και με κάνει συνεχώς ν’ ανησυχώ…» Η συνάδελφός της Κίκι ρούφηξε τη μισή μπύρα στο ποτήρι της κι έπειτα είπε μπερδεύοντας κι αυτή ελαφρώς τα λόγια της από το ποτό: «Ξέρεις, Λίου Μενγκ, δεν πρέπει να προσκολλάσαι πάνω του. Όπως λέει και η παροιμία: “Οι άνθρωποι αγωνίζονται να πάνε προς τα πάνω, ενώ το νερό ρέει προς τα κάτω”. Όλοι θέλουν αυτές τις μέρες να ανέλθουν στην κλίμακα και να δουν τι υπάρχει έξω στον κόσμο. Ακόμη κι αν πρέπει να είσαι η ερωμένη κάποιου, δεν είναι και κακό αυτό. Με την εμφάνισή σου, εάν χώριζες τον άντρα σου, θα ήταν εύκολο να βρεις κάποιον καλύτερό του…»

Τα λόγια της Κίκι άγγιξαν την καρδιά της Λίου Μενγκ, επειδή με αυτό ακριβώς πάλευε. Σ’ ένα πρόσφατο ταξίδι, συναντήθηκε μ’ έναν άνδρα και, παρά το γεγονός ότι ήταν παντρεμένος, ήταν τέλειος από κάθε άλλη άποψη, ακριβώς ο τύπος που άρεσε στη Λίου Μενγκ, φαινόταν δε ότι κι αυτού του άρεσε εξίσου. Προσπάθησε όσο μπορούσε για να της δείξει τη συμπάθειά του, και η Λίου Μενγκ αναπόφευκτα τον ερωτεύτηκε. Είχε φανταστεί πολλές φορές: αν ήταν μαζί του, όχι μόνο θα ζούσε μια πολυτελή ζωή όπου θα της γίνονταν όλα τα χατίρια, αλλά και θα τη σέβονταν όπου κι αν πήγαινε, κι αυτός θα ήταν ένας ευτυχισμένος γάμος. Θα θυσίαζε όμως πραγματικά την οικογένεια που είχε περάσει δέκα χρόνια να φτιάχνει γι’ αυτό; Αν χώριζε, δεν μπορούσε ν’ αντέξει ν’ αφήσει το παιδί της και σίγουρα θα της έλειπε το σπίτι και ο σύζυγός της, αν όμως δεν το έκανε, η ζωή της τώρα ήταν πραγματικά απογοητευτική κι απελπιστική, δεν ήταν αυτή που ήθελε. Και η ίδια και ο άνδρας εκείνος είχαν τη δική τους οικογένεια, τι θα συνέβαινε λοιπόν αν ήταν πραγματικά μαζί; Οι εξωσυζυγικές σχέσεις δεν είχαν τίποτα αξιοπρεπές κι αν ο σύζυγός της το ανακάλυπτε, σίγουρα θα γινόταν καυγάς και θα την περιφρονούσαν και θα τη χλεύαζαν για πάντα ως την «άλλη γυναίκα», χάνοντας όλη της την τιμή στην κοινότητα αλλά και στη δική της συνείδηση. Η Λίου Μενγκ πάλευε με την αντίφαση και δεν ήξερε τι να κάνει. Πολλές φορές, έρχονταν μόνη στο εστιατόριο αυτό κι έπινε ήσυχα για ν’ αποξεχαστεί, όμως με το αλκοόλ στο δυνατό ποτό απλώς και μόνο ένιωθε εντονότερα τα συναισθήματά της, κάτι που την έκανε ακόμη πιο δυστυχισμένη. Μερικές φορές μάθαινε νέα σχετικά με συναδέλφους και φίλες της που χώριζαν και ξαναπαντρεύονταν. Ήταν πολύ μπερδεμένη. Δεν ήξερε αν έπρεπε να συνεχίσει αυτόν τον μη ικανοποιητικό γάμο ή να χωρίσει και ν’ αγωνιστεί για τον σύντροφο που πραγματικά ήθελε. Αναρωτήθηκε αν θα πρέπει να μείνει σε επαφή με τον άνθρωπο αυτό. Καθώς υπέφερε, οι μέρες έμοιαζαν να σέρνονται…

Μία μέρα, η Λίου Μενγκ πήγε στο σπίτι των γονιών της, όπου δύο αδελφές κατέθεταν μαρτυρία στους γονείς της σχετικά με το έργο του Θεού τις έσχατες ημέρες, οπότε η Λίου Μενγκ είχε την τύχη να δεχθεί το έργο του Θεού. Μετά από αυτό, η Λίου Μενγκ ξεκίνησε τη ζωή της στην εκκλησία, έχοντας συχνά συναντήσεις με τους αδελφούς και τις αδελφές της για να συναναστραφούν τον λόγο του Θεού. Όταν είδε ότι οι αδελφοί και οι αδελφές της μπορούσαν ν’ ανοίξουν την καρδιά τους και να συναναστραφούν σχετικά με τη διεφθαρμένη τους διάθεση χωρίς οι άλλοι να τους υποτιμούν ή να τους αντιπαθούν κι ότι όλοι βοηθούσαν και υποστήριζαν ο ένας τον άλλο, αποφάσισε να εμπιστευτεί τον πόνο της στις αδελφές της. Μια αδελφή τής διάβασε τότε ένα απόσπασμα του λόγου του Θεού: «Από τη δημιουργία του κόσμου, έχω αρχίσει να προκαθορίζω και να επιλέγω αυτήν την ομάδα ανθρώπων —δηλαδή εσάς σήμερα. Η ιδιοσυγκρασία σας, το επίπεδο, η εμφάνιση, το ανάστημα, η οικογένεια στην οποία γεννηθήκατε, η δουλειά και ο γάμος σου —όλη σου η οντότητα, ακόμα και το χρώμα των μαλλιών και του δέρματός σου, καθώς και η ώρα της γέννησής σου —όλα έχουν διευθετηθεί από τα χέρια Μου. Ακόμα και όσα κάνεις και οι άνθρωποι που συναντάς καθημερινά διευθετούνται από τα χέρια Μου, για να μην αναφέρω πως το γεγονός ότι σε φέρνω υπό την παρουσία Μου σήμερα είναι, ουσιαστικά, από τη δική Μου διευθέτηση. Μην τα χάνεις· θα πρέπει να προχωράς με ψυχραιμία». Η αδελφή της συναναστράφηκε στη συνέχεια ως εξής: «ο λόγος του Θεού μάς λέει ότι ο γάμος, η οικογένεια, η δουλειά μας και η ζωή κι η μοίρα μας, ρυθμίζονται όλα και καθορίζονται από τον Θεό. Δεν μπορούμε μόνες μας να επιλέξουμε τι είδους σύζυγο και οικογένεια θα έχουμε, επομένως, εάν παραπονούμαστε ότι ο γάμος μας δεν είναι ικανοποιητικός και βασιζόμαστε στις δικές μας προσπάθειες για ν’ αλλάξουμε τα πράγματα και να προσπαθήσουμε να ξεφύγουμε, αυτό δεν δημιουργεί προβλήματα σε μας τις ίδιες και δεν αντιβαίνει στο θέλημα του Ουρανού; Ο Θεός είναι ο Δημιουργός και η σοφότερη επιλογή ως δημιουργήματα είναι να υπακούμε στα σχέδια και τις ρυθμίσεις του Δημιουργού. Μπορούμε μόνο ν’ αφήσουμε την οικογένεια και τον γάμο μας στα χέρια του Θεού και να Τον αφήσουμε να κυβερνά και να διαχειρίζεται τα πράγματα εάν θέλουμε μια ζωή άνετη κι απελευθερωμένη».

Ο λόγος του Θεού και η συναναστροφή της αδελφής της άγγιξαν τη Λίου Μενγκ. Αποδείχθηκε ότι ο άνθρωπος που παντρευόμαστε έχει προκαθοριστεί από τον Θεό. Θυμήθηκε πώς είχε αφήσει τον σύζυγό της πολλές φορές, τελικά όμως κατέληγαν παρά ταύτα μαζί. Ήταν πράγματι ένα θέμα που ρύθμιζε ο Θεός και όχι η δική της επιλογή. Δεν είναι περίεργο που οι άνθρωποι λένε συνεχώς ότι τα πάντα είναι «μοίρα». Τώρα, καταλάβαινε ότι «μοίρα» είναι όσα ρυθμίζει και προκαθορίζει ο Θεός. Αφού το συνειδητοποίησε αυτό, η Λίου Μενγκ ήταν πρόθυμη να υπακούσει στη ρύθμιση του Θεού για τον γάμο της, εξακολουθούσε όμως να είναι μπερδεμένη. Αν και αρχικά είχε διακόψει με τον σύζυγό της πολλές φορές, τελικά επέλεγε να μείνει μαζί του. Τώρα, όμως, γιατί τον αντιπαθούσε τόσο πολύ, σε σημείο να θέλει να τον χωρίσει και να βρει νέο σύζυγο;

Μία μέρα, κατά τη διάρκεια της πνευματικής αφοσίωσής της, η Λίου Μενγκ διάβασε τον λόγο του Θεού που λέει: «Όταν φυσάει ο άνεμος των τάσεων, ίσως μόνο ένας μικρός αριθμός ανθρώπων να είναι αυτός που ορίζει τις τάσεις. Αυτοί οι άνθρωποι ξεκινούν να κάνουν κάτι, αποδέχονται ένα είδος ιδέας ή ένα είδος προοπτικής. Ωστόσο, οι άνθρωποι, στην πλειονότητά τους, και λόγω της άγνοιάς τους, θα εξακολουθούν να μολύνονται συνεχώς, να αφομοιώνονται και να έλκονται από αυτού του είδους την τάση, μέχρι όλοι τους, χωρίς να το γνωρίζουν, να την αποδέχονται ακούσια, να βυθίζονται σ’ αυτήν και να ελέγχονται από αυτήν. Η μία μετά την άλλη, αυτές οι τάσεις κάνουν τους ανθρώπους που δεν είναι υγιείς σε σώμα και νου, που δεν γνωρίζουν ποια είναι η αλήθεια και που δεν μπορούν να διακρίνουν μεταξύ θετικών και αρνητικών πραγμάτων, να τις αποδέχονται με χαρά, όπως και να δέχονται τις απόψεις για τη ζωή και τις αξίες που προέρχονται από τον Σατανά. Αποδέχονται ό,τι τους λέει ο Σατανάς σχετικά με το πώς να προσεγγίζουν τη ζωή και τον τρόπο ζωής που τους “χαρίζει” ο Σατανάς, και δεν έχουν μήτε τη δύναμη μήτε την ικανότητα, πόσο μάλλον την επίγνωση, να αντισταθούν».

Αφού διάβασε τον λόγο του Θεού, η Λίου Μενγκ κατανόησε ότι η επιρροή των κακών σατανικών τάσεων είχε στρεβλώσει τις απόψεις της για τη ζωή και τις αξίες. Συνειδητοποίησε ότι κάθε φορά που ήταν με τις φίλες και τις συναδέλφους της, τις άκουγε όλες να κομπάζουν για το πόσο πλούσιοι και ικανοί είναι οι άνδρες τους και πόσο άνετη η ζωή τους. Εν τω μεταξύ, ο δικός της σύζυγος δεν είχε τίποτα, ούτε καν επίσημη δουλειά, έτσι ένιωθε σαν να ήταν κατώτερη από τις άλλες. Επειδή δεν ικανοποιούσε τη ματαιοδοξία της και είχε επηρεαστεί από τη σατανική φιλοσοφία βάσει της οποίας «οι πλούσιοι σύζυγοι κάνουν τις διακεκριμένες συζύγους», άρχισε να περιφρονεί τον άντρα της και να παραπονιέται ότι είναι ανίκανος και δεν μπορεί να κερδίσει τον σεβασμό της στην κοινωνία. Όσο περισσότερο τον κοίταζε, τόσο περισσότερο αισθάνονταν ότι η ζωή μαζί του ήταν ταπείνωση, και σκεφτόταν ακόμη και να τερματίσει τον γάμο. Αφότου συναντήθηκε με τον άλλο άνδρα, ένιωθε ότι κάποιος σαν αυτόν, με χρήματα και ταλέντο, ήταν ο ιδανικός της σύντροφος, ότι η ζωή με κάποιον σαν αυτόν θα την έκανε σεβαστή και διακεκριμένη και ότι θα ήταν ευτυχής μόνον εάν είχε αυτά τα πράγματα. Για να τα κερδίσει, άρχισε να σκέφτεται να εγκαταλείψει τον σύζυγό της, να προδώσει τον γάμο της, να γίνει η «άλλη γυναίκα» και να καταστρέψει την οικογένεια κάποιου άλλου για να ικανοποιήσει τη ματαιοδοξία της, κι έτσι άρχισε ασυνείδητα ν’ ακολουθεί την κακή τάση που υποστηρίζει ότι «Απεχθάνεσαι τη φτώχεια αλλά όχι την πορνεία». Έβλεπε με ποιον τρόπο πολλές γυναίκες που δεν ήταν ικανοποιημένες με τον γάμο τους έβαζαν πάνω από την ηθική και την υπευθυνότητα την ικανοποίηση των επιθυμιών τους και έβρισκαν νέους εραστές. Ορισμένες χώριζαν, ξαναπαντρεύονταν και χώριζαν ξανά, σαν να ήταν ο γάμος παιγνίδι. Άλλες δεν χώριζαν, υπήρχαν όμως αμέτρητα παραδείγματα γυναικών που ακολουθούσαν την κακή τάση να διατηρούν παράλληλες σχέσεις, έτσι έβρισκαν εραστές, γίνονταν ερωμένες κάποιου κι έκαναν σχέσεις. Αυτές οι κακές σατανικές τάσεις κάνουν τους ανθρώπους να χάσουν την προσωπικότητα και την αξιοπρέπειά τους και να ξεχάσουν την ντροπή και την ηθική, ωθώντας τα ποσοστά διαζυγίων ολοένα και υψηλότερα και κάνοντας το διαζύγιο ένα είδος μόδας που πρέπει ν’ ακολουθεί κανείς στην αγάπη και όχι κάτι που πρέπει να καταδικάζεται ηθικά και να περιφρονείται. Η Λίου Μενγκ σκέφτηκε ότι κι αυτή είχε διαφθαρεί από τις συγκεκριμένες κακές σατανικές τάσεις. Για να εκπληρώσει τις επιθυμίες της, ήθελε να προδώσει τον εδώ και πολλά χρόνια σύζυγό της, να τον χωρίσει και να προσπαθήσει να ανέλθει ψηλότερα, όμως φοβόταν την περιφρόνηση που θα αντιμετώπιζε ως η «άλλη γυναίκα», ότι η συνείδησή της θα την καταδίκαζε κι ότι η ψυχή της δεν θα έβρισκε ποτέ ειρήνη. Αγωνιζόταν αβοήθητη στο μαρτύριό της, εντελώς ανήμπορη να ξεμπλέξει. Σκέτη αγωνία! Αφού το αναγνώρισε αυτό, η Λίου Μενγκ συνειδητοποίησε ότι δεν μπορούσε να διαβλέψει την ουσία των κακών αυτών τάσεων κι ότι την είχε δελεάσει και διαφθείρει ο Σατανάς. Δεν θα έχανε μόνο την προσωπικότητα και την αξιοπρέπειά της, αλλά και θα διατάρασσε και θα κατέστρεφε την οικογένεια ενός άλλου. Εάν συνέχιζε αυτόν τον κατήφορο, η ζημιά που θα μπορούσε να κάνει στην οικογένειά της και σε άλλες οικογένειες ήταν αδιανόητη.

Η Λίου Μενγκ εξέτασε και άλλα αποσπάσματα από τον λόγο του Θεού: «Επειδή οι άνθρωποι δεν αναγνωρίζουν τις ενορχηστρώσεις και την κυριαρχία του Θεού, πάντα αντιμετωπίζουν τη μοίρα απείθαρχα, με επαναστατική στάση, και πάντα θέλουν να απαλλαγούν από την εξουσία και την κυριαρχία του Θεού και από τα όσα τους επιφυλάσσει η μοίρα, ελπίζοντας, μάταια, πως θα αλλάξουν τις παρούσες τους συνθήκες, αλλά και τη μοίρα τους. Ωστόσο, ποτέ δεν μπορούν να επιτύχουν· ανατρέπονται σε κάθε στροφή. Ο αγώνας αυτός, ο οποίος λαμβάνει χώρα βαθιά μέσα στην ψυχή ενός ανθρώπου, είναι επώδυνος· ο πόνος είναι αλησμόνητος και, στο μεταξύ, ο άνθρωπος χαραμίζει τη ζωή του. Ποια είναι η αιτία του πόνου αυτού; Οφείλεται στην κυριαρχία του Θεού ή στο ότι ο άνθρωπος γεννήθηκε άτυχος; Προφανώς, κανένα δεν ισχύει. Στην πραγματικότητα, οφείλεται στα μονοπάτια που παίρνουν οι άνθρωποι· στους τρόπους που επιλέγουν να ζήσουν τη ζωή τους». Από τον λόγο του Θεού, η Λίου Μενγκ κατάλαβε ότι ο γάμος του καθενός προκαθορίζεται από τον Θεό. Αν αλλάξεις αυθαίρετα τον γάμο σου και αντιταχτείς στην εξουσία του Θεού μέσω της δικής σου προσπάθειας, απλώς και μόνο θα καταλήξεις να υποφέρεις περισσότερο. Σκέφτηκε ότι ακόμη κι αν χώριζε τον άντρα της και παντρευόταν τον άλλο, θα ικανοποιούσε στιγμιαία τη ματαιοδοξία της, δεν υπήρχε όμως καμία εγγύηση ότι θα ζούσε ευτυχισμένη. Όταν κοίταζε μερικές από τις φίλες της, παρόλο που οι σύζυγοί τους ήταν ικανοί, μπορούσαν να κερδίσουν χρήματα, μπορούσαν να τους δώσουν υλική απόλαυση και τους προσέφεραν κοινωνική αποδοχή, δεν ήταν ευτυχισμένες. Περνούσαν όλη τους τη μέρα ανησυχώντας για το αν ο άντρας τους θα κάνει σχέση ή θα βρει ερωμένη, για να παραμείνουν λοιπόν στην καρδιά του συζύγου τους ντύνονταν όμορφα κι έψαχναν τρόπους για να εντοπίσουν και να ρωτήσουν για τα κατατόπια του συζύγου τους, το αντρόγυνο ήταν συνεχώς καχύποπτο και επιφυλακτικό μεταξύ του και η ζωή γίνονταν πολύ κουραστική και εξαντλητική. Όμως τώρα, η Λίου Μενγκ ήξερε πώς να αντιμετωπίσει τον γάμο της. Επέλεξε να υπακούσει στην εξουσία και τις ρυθμίσεις του Θεού και να μην ακολουθεί πλέον κακές τάσεις. Λίγες μέρες αργότερα, η Λίου Μενγκ τα χάλασε με τον άλλο άντρα, διέκοψε τη σχέση της μαζί του, ξέφυγε από τον ιστό της αράχνης και έκοψε κάθε επαφή.

Όταν η Λίου Μενγκ εγκατέλειψε τη λανθασμένη άποψη ότι «οι πλούσιοι σύζυγοι κάνουν τις διακεκριμένες συζύγους» και αποφάσισε να υπακούσει στην εξουσία και τη ρύθμιση του Θεού ως προς τον γάμο της, ανακάλυψε σιγά-σιγά ότι ο σύζυγός της είχε πολλά πλεονεκτήματα. Αν και δεν κέρδιζε πολλά χρήματα, ήταν ειλικρινής, και παρόλο που δεν του άρεσε να πολυμιλάει, ήταν ευγενικός, ιπποτικός, υπομονετικός με το παιδί τους και φερόταν καλά στην ίδια και τους γονείς της. Δεν αντιπαθούσε πλέον τον σύζυγό της όπως στο παρελθόν. Αργότερα, η Λίου Μενγκ έγινε μάρτυρας του έργου του Θεού των εσχάτων ημερών για τον σύζυγό της και αυτός το αποδέχθηκε. Λόγω της πίστης τους στον Θεό, η Λίου Μενγκ και ο σύζυγός της μιλούσαν κοινή γλώσσα. Συχνά διάβαζαν τον λόγο του Θεού, άνοιγαν την καρδιά τους ο ένας στον άλλο και έπρατταν τα πάντα σύμφωνα με τον λόγο του Θεού. Όταν συνέβαιναν πράγματα, και οι δύο έριχναν το φταίξιμο στον εαυτό τους, ποτέ δεν κοίταζαν επικριτικά τον σύντροφό τους και κατανοούσαν και συγχωρούσαν ο ένας τον άλλο. Με την πάροδο του χρόνου, η σχέση τους γίνονταν ολοένα και πιο αρμονική. Αν και η ζωή τους ήταν συνηθισμένη, η οικογένεια τα πήγαινε καλά και μαζί επιδίωκαν την αλήθεια και βάδιζαν στον σωστό δρόμο στη ζωή. Τότε συνειδητοποίησε η Λίου Μενγκ τι είναι η αληθινή ευτυχία. Δεν θα μπορούσε ποτέ να το ανταλλάξει αυτό με κανένα χρηματικό ποσό ή υλικό πλούτο! Ευχαριστούσε τον Θεό που την έσωσε μέσα από τα βάθη της καρδιάς της. Εάν ο Θεός δεν την είχε σώσει από τον λάθος δρόμο, δεν ήξερε πόσο χαμηλά θα μπορούσε να έχει πέσει, ούτε θα είχε μια ευτυχισμένη ζωή σήμερα.

Όταν αντιμετώπιζε τις συναδέλφους και τις συμμαθήτριές της στο παρελθόν, η Λίου Μενγκ αισθανόταν πάντοτε δυσαρεστημένη με τον γάμο της κι ότι ήταν χαμηλότερα από τις άλλες λόγω του συζύγου της, σε σημείο που συχνά δεν ήθελε ούτε καν να πηγαίνει σε πάρτι ή δείπνα με τις συμμαθήτριές της. Τώρα, δεν υφίσταται πλέον τους περιορισμούς και τα δεσμά της κακής άποψης ότι «οι πλούσιοι σύζυγοι κάνουν τις διακεκριμένες συζύγους». Αντίθετα, κατάφερε να σηκώσει με υπερηφάνεια το κεφάλι της και να πει: «Έχω μια καλή ζωή! Είμαι πολύ ευτυχισμένη με τον γάμο μου!» Ήταν ένα αίσθημα που προέρχονταν από βαθιά μέσα της.

Χωρίς να το καταλάβει, η Λίου Μενγκ είχε ήδη φτάσει στο κατώφλι του σπιτιού της. Άφησε κατά μέρος τις αναμνήσεις της, άνοιξε την πόρτα, ακούμπησε κάτω τα ψώνια της, ανασήκωσε τα μανίκια της κι άρχισε να φτιάχνει το δείπνο. Ήθελε να τελειώσει το δείπνο και να τον περιμένει να επιστρέψει σπίτι και στη συνέχεια να μοιραστεί συναναστρεφόμενη μαζί του την εμπειρία της και το τι έμαθε σήμερα. Στο πρόσωπό της διακρινόταν ένα λαμπερό, χαρούμενο χαμόγελο.

Τζιαοξίν, Κίνα

Εκτεταμένη ανάγνωση:
Στρατηγικές στον χώρο εργασίας: η θαυματουργή τακτική για να μην χάνουμε τη δουλειά μας
Προσευχή για εύρεση εργασίας - Βασίζομαι στον Θεό και βλέπω τελικά την βήμα προς βήμα καθοδήγηση του Θεού

Αφήστε σχόλια